Είναι δυνατόν να φθάσεις έως την απόλυτη ελευθερία, εάν νωρίτερα δεν έχεις περάσει από το στάδιο της εσωτερικής αναζήτησης;

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήσει εύκολα τα πάθη του, σε σημείο που μένει αιώνια δέσμιος αυτών, αλλά και των δαιμόνων που έχουν ριζώσει στο κεφάλι του.

Η ύπαρξη ημών είναι ξεκάθαρα σαθρή, με το μέγεθος της σαθρότητας να ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Το Suburbicon δεν ήταν μια ταινία που ήθελα να δω, περισσότερο έπεσε μπροστά μου και παρότι ως θεατής δεν εντυπωσιάστηκα παρά ελάχιστα σύμφωνα με αυτό που προσδοκούσα να παρακολουθήσω, δέχθηκα ένα ισχυρό χαστούκι.

Πώς μπορεί η ανεπάρκεια της ανθρώπινης ύπαρξης να παρατεθεί, ολόγυμνη, μπροστά μας; Μέσα από ένα ειδυλλιακό τοπίο αρμονίας, όπου η εξιδανίκευση έχει επιτευχθεί και οι πολίτες λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένα ρολόγια.

Σε τοπίο αδιαμφισβήτητης ευδαιμονίας, στις ΗΠΑ, λίγο πριν ανέβει στην προεδρία ο Κένεντι, λοιπόν, μια οικογένεια μαύρων, οι Μέγιερς, μετακομίζει στο προάστιο του Σαμπέρμπικον και φέρνει μαζί της κοσμογονία και ασυγκράτητο μίσος. Συναίσθημα που κατακλύζει τους λευκούς, και μόνον λευκούς, κατοίκους της πόλης. Κρατούμενο ένα.

Κρατούμενο δύο: Μια λευκή οικογένεια οι Λοτζ, κλασική αμερικανική οικογένεια, δέχεται την επίθεση δύο αγνώστων που εισβάλλουν στο σπίτι της και δολοφονούν τη μητέρα του μικρού Νίκι.

Αυτές οι δύο οικογένειες, δηλαδή η μαύρη οικογένεια που σύμφωνα με τους κατοίκους ήρθε να αλλοτριώσει τη ζωή τους (Ουπς, κάτι μου θυμίζει…) και η λευκή που αποτελεί υπόδειγμα οικογένειας, πραγματώνουν μια βιοτριλική αντίθεση.

Εκσιούζ μι για το τύποις spoill, αλλά ενόσω μια ολόκληρη πόλη επιτίθεται δίχως λόγο και αιτία, με μανία και οργή εναντίον της περιουσίας της μαύρης οικογένειας, στο διπλανό σπίτι των Λοντζ, γίνεται αυτό για το οποίο μιλήσαμε στην αρχή: Εμφανίζεται η σαθρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Το λεπτό λοιπόν που οι Μαύροι, χωρίς να ενοχλούν, μετακομίζουν φιλήσυχα και καταλήγουν με φλεγόμενο σπίτι και σπασμένα από πέτρες ρατσισμού τζάμια, στην πίσω αυλή που συνορεύει το πανέμορφο σπίτι των Λοντζ, ο πατέρας βάζει να σκοτώσουν την ανάπηρη γυναίκα του, για να πάρει την ασφάλεια ζωής της, στη συνέχεια γίνεται ζευγάρι με την αδερφή της δολοφονημένης γυναίκας του και παρουσιάζεται στην οθόνη μας ένα άρρωστο κτήνος, καμία σχέση δηλαδή με τον γεμάτο ανδρεία και αξιοπρέπεια Πατέρα της οικογένειας Μέγιερς.

Οι προβληματισμοί, ωστόσο, δεν εγείρονται για τη ματιά του σκηνοθέτη Κλούνεϊ που ενώ φαίνεται ότι κάνει πιο λείες τις συμπεριφορές των ανθρώπων ενός προαστίου των ΗΠΑ, στην πραγματικότητα μπήγει το μαχαίρι στο κόκκαλο όλων μας προς το τέλος…

Το ερώτημα που τίθεται με δυνατή φωνή μπροστά μας είναι εάν οι ΗΠΑ των φυλετικών διακρίσεων της δεκαετίας του 50′ μπορεί να συγκριθεί με την Ελλάδα του σήμερα που θεωρεί ανθρώπους λαθραίους.

Αλλά, αν ακόμη προσπεράσουμε το σύγχρονο ρεύμα φυλετικών διακρίσεων, ας αναρωτηθούμε για τη συμπεριφορά μας απέναντι σε «ομοίους», η οποία επίσης αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος επιδιώκει να καλύψει τα δικά του ελαττώματα, ανακαλύπτοντας τα ελαττώματα των διπλανών του.

Είναι συνταρακτικά στενάχωρο όταν μπροστά σου βλέπεις εκείνους που με μεγάλη ευκολία περνούν στο στάδιο της αποδόμησης, την ώρα που πίσω από τις κλειστές πόρτες οι ίδιοι είναι που κάνουν τη νοσηρότητα του νου, πραγματικότητα.

Είναι λαχτάρα η ελευθερία, μικρή μου, για αυτό φρόντισε την επόμενη φορά που θα σηκώσεις το δάχτυλο και θα δείξεις κάποιον, να έχεις κάνει πρωτύτερα την αυτοκριτική σου. Σε βεβαιώνω, ότι το δάχτυλο θα ντραπεί από μόνο του να σηκωθεί.

Αν είχα θεϊκή δύναμη, θα έβαζα τέλος στην αναίτια κακία των ανθρώπων και θα προσέθετα αγάπη, την οποία ελάχιστοι έχουμε λάβει υπερθετικά εξ απαλών ονύχων και είναι κάπως δυσνόητο να αντιληφθούμε ότι δεν ζει μέσα σε όλους.

Ορέστης Κανελλόπουλος

Facebook Comments