Res non verba, RES non verba, RES NON verba, RES NON VERBA.

Όπως θα γνωρίζετε πολλοί, η εναρκτήρια επαναλαμβανόμενη φράση είναι από τις πλέον δημοφιλείς. Πρόκειται για ένα λατινικό ρητό που ανά τα χρόνια κυριάρχησε σε όλα τα γνωστά και άγνωστα μέρη του πλανήτη. Πράξεις όχι λόγια. Για πολλούς ανθρώπους αυτό είναι απλά μερικά ακόμη… λόγια, από αυτά έτσι και αλλιώς στις μέρες μας περισσεύουν. Για άλλους όμως είναι στάση ζωής, είναι ακόμη και τατουάζ στο δέρμα τους που τους συνοδεύει σε όλη τους την επίγεια πορεία.

Τα γραφόμενα μου ίσως κουράζουν ως εισαγωγή, αλλά κρίνονται απαραίτητα για να γίνει ομαλή η μετάβαση στο κυρίως θέμα και τα όσα αυτό μας χάρισε. Βλέπετε το βράδυ της Τετάρτης 21 Δεκεμβρίου, μίας πραγματικά παγωμένης βραδιάς, κατηφορίσαμε στο λιμάνι του Πειραιά, πύλη Ε8. Εκεί βρισκόταν ήδη σύσσωμο το γυναικείο τμήμα του Εθνικού Πειραιά και πολύ ακόμα κόσμος, όλοι μαζί για ένα σκοπό, να βοηθήσουμε. «Ο ΑΛΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ» ήταν εκεί και εμείς μαζί του, για να κουβαλήσουμε, να μεταφέρουμε, να δώσουμε κάτι το απειροελάχιστο που τίποτα δε μας στερεί, για να προσφέρουμε ένα, δύο, ή έστω μισό χαμόγελο σε κάποιον που έχει ανάγκη και να στηρίξουμε την σπουδαία κίνηση-πρωτοβουλία του ΟΠΑΝ και του πρόεδρου του, Ιωσήφ Βουράκη. Ο άνθρωπος που το όνομα του είναι συνώνυμο με αυτή τη δεκάχρονη προσπάθεια, ο Κωνσταντίνος Πολυχρονόπουλος, ήρθε γύρω στις 6:30 με ένα φορτηγάκι γεμάτο υλικά για μαγείρεμα. Όταν πάτησε το πόδι έξω από το αμάξι, είδαμε τη λάμψη και τη ζέση να εμφανίζεται στα παγωμένα πρόσωπα των ανθρώπων που μένουν στις δομές. Το αγκάλιασαν με τόση αγάπη, που θα λύγιζε και ο πιο σκληρός. Ήξεραν ότι ο άνθρωπος αυτός και φυσικά όλοι κάθε ένας από όσους και όσες απαρτίζουν τον «ΑΛΛΟ ΑΝΘΡΩΠΟ» ήρθαν για τους βοηθήσουν, μόνο από μεράκι, από αγνή αγάπη, από την ανάγκη τους για έναν λίγο καλύτερο κόσμο. Από την ανάγκη τους για να χαρίσουν ελπίδα. Οι σκηνές που εκτιλύχθηκαν καθ’ όλη τη νύχτα ήταν δυνατές. Μπορεί να βρισκόμασταν δίπλα στον πανύψηλο πύργο του Πειραιά, όμως αποδείχθηκε ξανά πως «στα υπόγεια είναι η θέα».

Αρχίσαμε όλοι ένας ένας, με τα κορίτσια του Εθνικού να είναι από τις πρωταγωνίστριες της προσπάθειας, καθώς καθάρισαν όλα τα λαχανικά που χρειάστηκαν για να μπουν τα υλικά στο τσουκάλι με το κρέας. Κάθε χέρι που βοήθησε και κάθε άνθρωπος που ήρθε από διάφορες περιοχές για να φέρει τρόφιμα και ρούχα, καταλάγιαζε το κρύο, τουλάχιστον μέσα μας. Ταυτόχρονα, μία τετραμελής μπάντα, ξεκίνησε να παίζει τραγούδια του Γιώργου Μαζωνάκη, ο οποίος ήταν καθ’ οδόν, με πρώτο απ’ όλα, το πιο… πειραιώτικο, το «Θέλω να γυρίσω στα παλιά». Όσο περνούσε η ώρα και οι ετοιμασίες συνεχίζονταν, είδαμε πολλούς από τους ανθρώπους που έμεναν στις δομές, να σηκώνονται και χορεύουν υπό τους ρυθμούς της μουσικής, με τον κόσμο να χειροκροτεί και να δακρύζει. Όπως και να το γράψουμε, είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφερθεί σωστά αυτό που βιώσαμε. Ήταν μία ζωντανή απόδειξη που ακόμα γεννιούνται και επιβιώνουν τα λουλούδια μες τη λάσπη. Μετά από λίγη ώρα, άγνωστοι και γνωστοί, περαστικοί και μη, είχαν γίνει όλοι ένα και μιλούσαν μεταξύ τους, μαγείρευαν βοηθούσαν, μία μεγάλη δυνατή παρέα που ήταν εκεί για να ρίξει φωτιά στο κρύο και περάσει ένα βράδυ ως… ο άλλος άνθρωπος.

Μέσα στο τραγούδι, στις συζητήσεις και ανάμεσα στα ανακατώματα του τσουκαλιού που σιγόβραζε, εμφανίστηκε και ο Γιώργος Μαζωνάκης. Φωτογραφίες, βίντεο και φλας όλα πάνω του… Εκείνος όμως ανεπηρέαστος μίλησε σε όλους. Μπήκε μέσα στο κουβούκλιο της δομής και μίλησε με τους ανθρώπους, που την επόμενη μέρα, ούτε την προηγούμενη είχαν μία στέγη για να μείνουν και ένα κρεβάτι για να ξαπλώσουν. Τους αγκάλιασε, κουβέντιασε μαζί τους και στη συνέχεια μαγείρεψε το φαγητό. Αληθινός. Αληθινός γιατί όταν τελείωσαν οι φωτογραφίες και τα βίντεο και όλοι έφυγαν, ειδικά και μετά το τραγούδι του, εκείνος έμεινε εκεί. Έδειξε έμπρακτα ότι ενδιαφέρεται, ότι νοιάζεται. Έμεινε εκεί από τους τελευταίους συζητώντας για όλα. Φυσικά μπορεί κάποιος να πει, ότι ένας δημοφιλής τραγουδιστής ήρθε για να πλασάρει εικόνα. Όμως όσοι ήταν παρόντες γνωρίζουν, καταλαβαίνουν και αισθάνονται ότι δεν πρόκειται περί αυτού. Θα μπορούσε κάλλιστα να βγάλει αναμνηστική φωτογραφία και να φύγει, ή να μην έρθει καθόλου και να κάτσει στην βολή του, αντί να έρθει στους 5 βαθμούς στο λιμάνι του Πειραιά.

Κρατώντας την τσάντα μας στην πλάτη και την κάμερα στο χέρι, βιώσαμε τι σημαίνει αλληλεγγύη, τι σημαίνει πράξεις και όχι λόγια. Η πράξη δε νικιέται, όπου και αν γίνεται, από όσους και αν γίνεται και όσοι αν ενδιαφέρονται για αυτή. Όποιος γεννά καλοσύνη, γεννά και αγάπη. Ειλικρινά μιλώντας, να πράττετε, να είστε παρόντες, να αγαπάτε και να το δείχνετε σε όλους. Αν έχετε καλοσύνη μέσα μοιράστε τη, υπάρχουν άνθρωποι που την έχουν ανάγκη, μην την αφήνετε για αύριο. Ο Χρόνης Μίσσιος είχε γράψει πως:

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ανάγκες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Να πράττετε, να αγαπάτε, ο κόσμος το έχει ανάγκη. Και όπως είπε και ο Κώνσταντίνος Πολυχρονόπουλος στο σύντομο λόγο του, «να μην λυπόμαστε τους ανθρώπους, να τους σεβόμαστε».