Λίγες μόλις εβδομάδες μετρά η ταινία της Σάλι Ελ-Χοσάινι από τότε που λανσαρίστηκε στην πλατφόρμα του Netflix και μάλιστα είδαμε το “The Swimmers” να βρίσκεται και στο Top-10 για μερικές μέρες.

Ως #Aquafeed24 δεν γινόταν να μην δούμε το εν λόγω έργο – το οποίο βασίζεται σε αληθινά γεγονότα – και να δώσουμε την δική μας ερμηνεία, σε μια ταινία που το αθλητικό και ολυμπιακό ιδεώδες πρωταγωνιστούν με τον πιο βιωματικό τρόπο. Είδαμε λοιπόν, πως η ρεαλιστική καθημερινότητα δυο έφηβων κοριτσιών στην Συρία των πολέμων και των βομβαρδισμών, περιλαμβάνει μια προοδευτική και αισιόδοξη νότα και ένα όνειρο που τίποτα δεν μπορεί να το καταπνίξει. Οι αδερφές Μαρντίνι, Γιούσρα και Σάρα, είχαν μάθει από μικρές να αγωνίζονται, να πειθαρχούν και να μην τα παρατούν, έχοντας μυηθεί στον αθλητισμό και μάλιστα στην κολύμβηση από τον πατέρα τους.

Η δε νεαρότερη (17 ετών) Γιούσρα, έδειχνε σημαντική εξέλιξη στην προπόνησή της και ένα απίστευτο κίνητρο με τελικό στόχο την συμμετοχή της στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2016, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου και ήθελε να εκπροσωπήσει την χώρα της – την Συρία. Οι απειλητικές συνθήκες του πολέμου, ώθησαν τα δυο κορίτσια να εγκαταλείψουν την χώρα τους με τελικό προορισμό την Γερμανία, γνωρίζοντας πως για να φτάσουν ως εκεί θα ταξίδευαν ως πρόσφυγες, αναζητώντας μεταφορά δια ξηράς ή δια θαλάσσης, μια διαδικασία τρομακτική, άκρως επικίνδυνη για τις ίδιες και αμφίβολη για το που θα καταλήξουν…

«Οι Κολυμβήτριες» στο Netflix: Η αληθινή ιστορία των αδερφών Μαρντίνι

Από την εμπόλεμη Συρία, στην αχανή Τουρκία, στην Μυτιλήνη και την ελληνική θάλασσα, στην Βουλγαρία, στην Ουγγαρία και μετά από μέρες στο Βερολίνο, οι δύο αδερφές πέρασαν την δική τους «Οδύσσεια», κολύμπησαν για ώρες στα ελληνικά ύδατα προκειμένου να μην βυθιστεί η γεμάτη πρόσφυγες λέμβος που επέβαιναν, βοήθησαν με κάθε τρόπο το ταξίδι των συνανθρώπων τους και μοιράστηκαν κάθε αίσθημα πόνου, αγωνίας και αμφιβολίας για το μέλλον μαζί τους…

Όταν τελικά έφτασαν στη Γερμανία, η Γιούσρα ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει να κυνηγάει το όνειρό της, προπονούμενη στο καμπ προσφύγων με ό,τι έβρισκε, ενώ οι δυο αδερφές «χτύπησαν» με αποφασιστικότητα την «πόρτα» της Spandau, ώστε να ενταχθούν σε κάποιο σύλλογο και να συνεχίσουν να κολυμπούν. Με τη βοήθεια λοιπόν, του Γερμανού προπονητή κολύμβησης Σβεν Σπάνεκρεμπς, η Γιούσρα κατόρθωσε να εκπροσωπήσει την Ολυμπιακή Ομάδα Προσφύγων της ΔΟΕ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2016 και του 2020, κινώντας παράλληλα τις διαδικασίες επανένωσης με τους γονείς της στην Γερμανία. Η στιγμή στον βατήρα, ο τερματισμός, η εμπειρία… είναι στιγμές που σχεδόν βιώσαμε σε μεγάλο βαθμό, βλέποντας την Γιούσρα Μαρντίνι να φτάνει πλέον στην πισίνα που ονειρευόταν από μικρό παιδί.

Το όνειρο της Γιούσρα πραγματοποιήθηκε, με την ίδια να «λυτρώνεται» και μαζί να αποθεώνεται τότε από πλήθος ανθρώπων του χώρου και μη. Ένα όνειρο που τελικά απαιτούσε τα πάντα και τίποτα μαζί. Ένα όνειρο που πραγματοποιήθηκε με οδηγό το θάρρος και το πάθος της για την κολύμβηση και που δεν θα γινόταν πραγματικότητα, αν δεν είχε διασχίσει κολυμπώντας τα θαλάσσια σύνορα Τουρκίας – Ελλάδας.

Κάποιος θα σκεφτόταν ότι το παρόν έργο δεν φέρει υψηλής ποιότητας σκηνοθεσία, σκηνογραφία, εφέ… Παρόλα αυτά, δεν είναι αυτό το επίκεντρο του ενδιαφέροντος – δεν μας απασχολεί καθόλου θα λέγαμε. Συγκινηθήκαμε, σκεφτήκαμε και καταλήξαμε πως η ανθρώπινη ζωή δεν είναι δεδομένη, ακόμη κι όταν δεν απειλείται. Οι δυνατότητες μας δεν δοκιμάζονται ούτε στο ελάχιστο, μέχρι να μας καταρρίψει μια συνθήκη όλη την καθημερινότητα ή κοσμοθεωρία μας. Ενθυμούμενοι σκηνές από την ταινία, όπου είδαμε ένα κολυμβητήριο να βομβαρδίζεται ή μια λέμβο να φτάνει μετά βίας στην στεριά, ενώ εκατοντάδες άλλες κατέληξαν βυθισμένες και γεμάτες ανθρώπους, το ένστικτο ενσυναίσθησης μας κυριαρχούσε όσο επεξεργαζόμασταν τα όσα περνούσαν μπροστά από τα μάτια μας. Όσο δηλαδή βλέπαμε σε απόλυτη ταύτιση με την πραγματικότητα, το εμπόριο ελπίδας, ανθρώπων που αναζητούν μια ζωή χωρίς πόλεμο, θάνατο και εξαθλίωση, από κάθε λογής διακινητές και «μεσσίες», με απίστευτα χρηματικά ποσά να διαπραγματεύονται μια αμφίβολη μεταφορά.

Δεν υπάρχουν λαθραίοι άνθρωποι κι αυτό είναι ίσως το κύριο μήνυμα της ταινίας. Αν λοιπόν τύχει να συναντηθείτε ξανά, με έναν συνάνθρωπο μας διαφορετικών φυλετικών χαρακτηριστικών, σε ένα κολυμβητήριο, σε ένα λεωφορείο, σε ένα κατάστημα… να θυμάστε τις «Κολυμβήτριες» και να δράτε αλληλέγγυα – έτσι όπως θα έπρεπε να δρούσαμε σε κάθε στιγμή της καθημερινότητάς μας.