Από εκείνες τις φορές που γνωρίζεις εκ των προτέρων ότι όσο και να «στύψεις» το μυαλό σου, κάτι θα σου ξεφύγει, αλλά αξίζει να γίνει μια προσπάθεια για κάτι τόσο σημαντικό. Σε μια κανονική χώρα, με αξιοκρατία στα σπορ, η αποχώρηση του Μανώλη Μυλωνάκη από την ενεργό δράση θα ήταν η κορυφαία είδηση για ημέρες, όχι μόνον για μερικές ώρες.

Η πορεία του Χανιώτη αθλητή στην υδατοσφαίριση αφήνει ένα ανεξίτηλο στίγμα και οι αναμνήσεις είναι τόσο έντονες, για έναν άνθρωπο που κινήθηκε με συνείδηση μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αθόρυβα, με εσωστρέφεια, δηλαδή με συστατικά πλήρως αντίθετα από την παρουσία του μέσα στο νερό, η οποία ήταν πληθωρική και one of a kind.

Το πλήρωμα του χρόνου έφθασε στο μυαλό του Μανώλη Μυλωνάκη και ο νους με την καρδιά αποφάσισαν χωρίς να λογαριάζουν το σώμα, διότι σε φυσική κατάσταση είναι ίδιος και απαράλλαχτος με τα «γεννοφάσκια» του στο άθλημα. Τα νούμερα μιλάνε από μόνα τους φυσικά, ωστόσο αυτά δεν θα αντικατοπτρίσουν πλήρως την καριέρα του 37χρονου Μυλωνάκη στις πισίνες.

Αυτό, διότι, αφήνει μια σπάνιας ποιότητας κληρονομιά πίσω του και όσα έγραψαν, ποτέ δεν θα ξεγράψουν στο διηνεκές. Ένας αθλητής, από τους ελάχιστους, που κατάφερε να κατακτήσει πρωτάθλημα Ελλάδας με τρεις διαφορετικές ομάδες: Στον Εθνικό Πειραιά, όταν πρωτοήλθε από τα Χανιά στην Αθήνα το 2005, εννέα με τον Ολυμπιακό και ένα με τον Ναυτικό Όμιλο Βουλιαγμένης, που είχε την τιμή να τον έχει αρχηγό πριν το «αντίο». Επίσης, έντεκα κύπελλα Ελλάδας με τις ίδιες ομάδες, κάτοχος του απόλυτου ρεκόρ με 16 συμμετοχές σε τελικούς κυπέλλου, ένα Τσάμπιονς Λιγκ με τον Ολυμπιακό στο οποίο θα αναφερθούμε στη συνέχεια και δύο Παγκόσμια μετάλλια το 2005 στο Μόντρεαλ και το 2015 στο Καζάν. Τέλος, τρεις Ολυμπιακοί Αγώνες, το 2008, το 2012 και το 2016 και συνολικά 318 εμφανίσεις με το σκουφάκι με το εθνόσημο.

Η «αλεπού» των πάγκων, Σάντρο Καμπάνια, τον έριξε στη φωτιά στα 20 του χρόνια και ο Μυλωνάκης με την σπάνια συνέπεια που είχε στις ευκαιρίες, την άρπαξε από τα μαλλιά, δείχνοντας στο άθλημα ότι ήρθε για να μείνει. Ε, έμεινε και πέτυχε στο 101%. Όταν ήρθε στην Αθήνα από τον Ναυτικό Όμιλο Χανίων και μπήκε στην Εθνική ομάδα ίσως λίγοι πίστεψαν ότι αυτό το λιγνό παιδί θα αφήσει εποχή. Ο Ιταλός το είδε και θαρρείς ότι δικαιώθηκε αμέσως, καθώς ο βενιαμίν Μυλωνάκης έδωσε όση ενέργεια χρειαζόταν για την Εθνική ομάδα. Αποτελούσε φυσικά τον νεαρότερο, μαζί με τους 84άρηδες Χρήστο Αφρουδάκη και Γιώργο Ντόσκα. Στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που κρατούσα τότε και τα έκοβα για να τα έχω, διακρίνεται με υψωμένες τις γροθιές του.

Στο αγωνιστικό κομμάτι, έλυσε επί χρόνια το μειονέκτημα του αριστερόχειρα της Ελλάδας στη δεξιά πλευρά και αυτό είναι κάτι που για χρόνια αποτέλεσε σήμα κατατεθέν για τους ανθρώπους του εξωτερικού, ενώ κατά την ταπεινή μας γνώμη, έχει «διδάξει» πώς πρέπει να παίζει ένας δεξιόχειρας στην εν λόγω πλευρά. Ενέργεια όσο ένα εργοστάσιο της ΔΕΗ στην άμυνα, άψογη τεχνική στα αμυντικά του καθήκοντα και πάντα με πολλή δύναμη στις μονομαχίες. Γενικότερα, ένα ιδιαίτερο στυλ παίκτη, που μας άφησε τις πιο γλυκές αναμνήσεις. Ένα φαινόμενο, που με αυτή την έξτρα ποδιά στο τέλος της προσποίησης περνούσε τη μπάλα μέσα από το μπλοκ στην πρώτη γωνία, ενώ όλοι περίμεναν το διαγώνιο.

Οι δυνατότερες είναι σίγουρα με το σκουφάκι της Εθνικής ομάδας, αλλά ως νεότεροι εμείς, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στη Γένοβα, με τον Ολυμπιακό να αντιμετωπίζει την Προ Ρέκο και τον Μυλωνάκη να έχει έναν πολύ άσχημο τραυματισμό την ώρα του αγώνα στον αριστερό ώμο, ωστόσο παρότι έδειχνε με κάθε τρόπο ότι υποφέρει, λίγο μετά ξαναμπήκε στο νερό και μάρκαρε με την ίδια ενέργεια, παρότι το ένα του χέρι δεν μπορούσε να έχει όση δύναμη θα ήθελε και το προστάτευε από κάτι χειρότερο. Αν μιλάμε, δηλαδή, για mentality πρωταθλητή, ορίστε ένα φωτεινό παράδειγμα. Τυχεροί που ήμασταν εκεί μέσα…

Για να εξηγήσουμε τον τίτλο μας «Ο τελευταίος αντι-στάρ», θέλουμε να πούμε ότι ο Μανώλης Μυλωνάκης δεν ήταν ποτέ εξωστρεφής στην επαφή του με τα ΜΜΕ, ήταν λιγομίλητος στις δηλώσεις και με εγκράτεια, ενώ ποτέ δεν διατήρησε social media μέχρι και σήμερα. Η δουλειά του ήταν μες το νερό αλλά και στα αποδυτήρια, εκεί όπου ξεχώριζε ως χαρακτήρας και δεν είναι τυχαίο ότι έχει όμορφες σχέσεις με τις ομάδες που αγωνίστηκε, με όλους τους συμπαίκτες του, ίδιας κλάσης, παλαιότερους, αλλά και νεότερους.

Θυμάμαι ακόμη μετά τον αποκλεισμό της Εθνικής ομάδας από την Ιταλία στα προημιτελικά των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο ντε Τζανέιρο, ότι του απέστειλα καμία εικοσαριά ερωτήσεις αλλά απάντησε περιληπτικά και μέσα σε ένα πολύ ευγενικό και επαγγελματικό πλαίσιο. Με λίγα λόγια, ότι ο αθλητισμός συνεχίζεται και πάμε παρακάτω.

Στις διοργανώσεις του ALL STAR GAME από τον ΣΕΑΥ που κάναμε τότε, πρώτος ερχόταν και τελευταίος έφευγε, παρότι οικογενειάρχης, ήταν εκεί συνεχώς για να βοηθήσει. Επομένως, με αυτή τη μη λεπτομερή, αλλά πιστεύουμε επεξηγηματική σκιαγράφιση που τολμάμε, ίσως να αναγνωρίζετε τον λόγο που ήταν τόσο αγαπητός στον χώρο από εκείνους που τον ένοιαζε να είναι: Δηλαδή τους συμπαίκτες του, τους δικούς του ανθρώπους.

Ο Μανώλης Μυλωνάκης ήταν ο τελευταίος μιας σπουδαίας γενιάς που κρεμάει το σκουφάκι του και ένωνε δύο εποχές, μιας γενιάς που τη θυμόμαστε με έντονο ρομαντισμό και έβαλε ένα μεγάλο «τούβλο» στο οικοδόμημα της ελληνικής υδατοσφαίρισης και της Εθνικής ομάδας. Με θάρρος τον ρώτησα στη Λάρισα και το Φάιναλ Φορ του Κυπέλλου Ελλάδας, εάν θα ήθελε να αναφέρω στη μετάδοση και στην ιστοσελίδα ότι πέφτει η αθλητική του «αυλαία». Το απέφυγε με ευγένεια, ενώ γνωρίζουμε ότι στην ανακοίνωση του ΝΟ Βουλιαγμένης για το «αντίο» του, σίγουρα δεν ήταν και το καλύτερο του.

Συνοπτικά, αυτός είναι ο δικός μας φόρος τιμής στον Μανώλη Μυλωνάκη, έναν σπουδαίο επαγγελματία, έναν μοναδικό αθλητή που μετουσίωνε την έννοια της ομάδας, όπου και αν φόρεσε το μαγιό του. Ένα παράδειγμα για τις γενιές που έρχονται, σε πλαίσιο αθλητικό, σε πλαίσιο ομαδικό, σε πλαίσιο εξωαγωνιστικό.

Ορισμένες λέξεις για την καριέρα του Μανώλη Μυλωνάκη: Πάθος, πίστη, φιλία, ενέργεια, οξυδέρκεια, ομαδικότητα, αφοσίωση, επαγγελματισμός, ήθος, αξιοπρέπεια, φαινόμενο, συνέπεια, ηρεμία, μεγάλα γκολ, υποδειγματικές άμυνες, αντίληψη… δουλειά, δουλειά, δουλειά!

Γιατί στο τέλος της ημέρας, μένει κυρίως η γεύση που αφήνεις ως άνθρωπος και όχι μόνον ως παίκτης… Μανώλη, σε ευχαριστούμε για όλα!

Ορέστης Κανελλόπουλος