Η Εθνική Ομάδα υδατοσφαίρισης των γυναικών μετράει αντίστροφα για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, το οποίο θα διεξαχθεί το διάστημα 26 Ιανουαρίου-5 Φεβρουαρίου στην πόλη Φουντσάλ της Πορτογαλίας και είναι δεδομένο πως και σε αυτήν την διοργάνωση η «γαλανόλευκη» θα επιδιώξει να πετύχει αυτό που δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα: να ανέβει στο πρώτο σκαλί του βάθρου σε Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Στο πλαίσιο αυτό, φιλοξενήθηκε στο πλατό της Cosmote TV ο «αρχιτέκτονας» των χρυσών μεταλλίων σε Τσεγκντού και Σιγκαπούρη, Χάρης Παυλίδης, ο οποίος έδωσε μια απολαυστική συνέντευξη κυριολεκτικά έφ όλης της ύλης στον Βασίλη Σκουντή και την εκπομπή ”Pick n’ Roll”. Ο δις πρωταθλητής Ευρώπης με τον Ολυμπιακό και κάτοχος 22 τίτλων και 23 μεταλλίων μίλησε στην τηλεοπτική εκπομπή για το έπος τόσο της Σιγκαπούρης όσο και για εκείνο που μεσολάβησε χρονικά (Κίνα), ανέφερε τα «μυστικά» που οδήγησαν την γαλανόλευκη σε τόσο σπουδαίες επιτυχίες και εμφανίστηκε φυσικά αισιόδοξος και για την επόμενη πρόκληση της ομάδας στην Πορτογαλία.
Φυσικά, η κουβέντα δεν περιορίστηκε μόνο στην υδατοσφαίριση, καθώς ο Χάρης Παυλίδης, όντας λάτρης του μπάσκετ, μίλησε και για την μεγάλη του αγάπη, τον Άρη Θεσσαλονίκης, τα παιδικά χρόνια στο Αλεξάνδρειο αλλά και για την σπουδαία -όπως την χαρακτήρισε – στιγμή για τον ίδιο της βράβευσής του από τον θρύλο του ελληνικού αθλητισμού, Παναγιώτη Γιαννάκη στα ετήσια βραβεία του ΠΣΑΤ. Τέλος, μεταξύ άλλων, ο Έλληνας τεχνικός αναφέρθηκε και στο πικ εν ρολ το οποίο ο ίδιος καθιερώνει στο άθλημα, στις ομοιότητες που έχει το σπορ με εκείνο του μπάσκετ, έκανε και μια αναδρομή στην καριέρα του, τους προπονητές που τον ενέπνευσαν, ενώ δεν παρέλειψε να αναφέρει και τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να ασχοληθεί με την γυναικεία υδατοσφαίριση, όσο αφορά φυσικά το κομμάτι της προπονητικής.
ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΕΙΠΕ Ο ΧΑΡΗΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ ΣΤΗΝ COSMOTE TV ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΣΚΟΥΝΤΗ
Για το ιδανικό σενάριο της κατάκτησης του χρυσού μεταλλίου στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα για πρώτη φορά είπε: «Ελπίζουμε να πάνε όλα καλά. Μέχρι στιγμής έχουμε δύο κοπέλες που ήταν στην Σιγκαπούρη (σ.σ Στεφανία Σάντα και Αθηνά Γιαννοπούλου) και είναι εκτός με θέματα τραυματισμού που μπορεί να τις αφήσουν ακόμη και εκτός Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. Όπως και να έχει, είμαι σίγουρος πως τα κορίτσια που θα κληθούν να πάρουν την θέση τους θα καλύψουν επάξια το «χάντικαπ» που έχει δημιουργηθεί.»
Για το γεγονός ότι είναι ο πρώτος προπονητής που έχει καθιερώσει το πικ εν ρολ στην υδατοσφαίριση, είπε: «Η αλήθεια είναι πως έφερα κάποιους νεωτερισμούς στο άθλημα γιατί η ανάγκη σε κάνει να βρει λύσεις για πράγματα που δεν μπορείς να αλλάξεις κατά την διάρκεια του παιχνιδιού. Νομίζω βέβαια πως αυτό συμβαίνει με πολλούς προπονητές σε όλα τα αθλήματα, έτσι προχωράς. Το μπάσκετ είναι πολύ μπροστά από μας. Εγώ χρησιμοποιώ μπασκετικούς όρους πάντως γιατί σε μας δεν υπάρχει συγκεκριμένη ορολογία. Αλλιώς τα λένε οι Αμερικάνοι, αλλιώς οι Ευρωπαίοι, αλλιώς οι Αυστραλοί. Το μπάσκετ είναι νομίζω πιο μπροστά από όλα τα αθλήματα. Σε πολλούς τομείς. Στα στατιστικά, στο coaching, στο monitoring των παικτών κτλ, άρα εμείς ακολουθούμε τα αθλήματα που είναι πιο μπροστά από μας και «κλέβουμε» στοιχεία που θα μας βοηθήσουν στο παιχνίδι μας. Αυτό δεν συμβαίνει με όλα τα αθλήματα πάντως, γιατί ας πούμε από το ποδόσφαιρο δεν μπορούμε να πάρουμε πολλά, ενώ από το μπάσκετ μπορούμε γιατί είναι ένα άθλημα που είναι πιο «κοντά» σε εκείνο της υδατοσφαίρισης.»
Για το αν όλα αυτά τα έχει συζητήσει με προπονητές μπάσκετ, απάντησε: «Ναι τα έχω συζητήσει γιατί έχω φίλους που είναι πολλά χρόνια προπονητές μπάσκετ, όπως ο Κώστας Σορώτος ή ο Γιώργος ο Λημνιάτης μεταξύ άλλων. Συζητάμε πράγματα μεταξύ μας γιατί και εγώ θέλω να μαθαίνω για το μπάσκετ και εκείνοι θέλουν να μαθαίνουν παραπάνω πράγματα για το άθλημα μας.»

Για το πώς παίζεται το pick and roll στο πόλο, είπε: «Όπως ακριβώς και στο μπάσκετ, απλά ο παίκτης που θα κάνει το σκριν με τον φουνταριστό μας δεν έχει την μπάλα, την δίνει και γίνεται ένα σκριν. Για την ακρίβεια, αυτό που προσπάθησα να κάνω, είναι να μεγαλώσω τον χώρο του φουνταριστού, δηλαδή βγαίνοντας έξω να κάνει το σκριν, να δημιουργήσει περισσότερους χώρους στα δύο μέτρα προκειμένου να κερδίσουμε κάποια αποβολή, με ή χωρίς την μπάλα.»
Για το ποιος ήταν ο δικός του μέντορας στο πόλο, ανέφερε: «Έχουν περάσει πολλοί σπουδαίοι προπονητές από την καριέρα μου αλλά θα πω τον αείμνηστο τον Ανδρέα τον Γαρύφαλλο που ήταν ένας πολύ πρωτοποριακός προπονητής για την Ελλάδα τότε. Μετά όταν πήγα στον Ολυμπιακό, την δεύτερη μου χρονιά ήρθε ο Μπόρις Ποπόφ, ένας ολυμπιονίκης με την Σοβιετική Ένωση. Μετά ήταν ο Μιλο Νάκιτς που ήταν επίσης ένας πρωτοποριακός προπονητής για την Ελλάδα και μετά βεβαίως ήταν ο κύριος Στάμενιτς που έκανε την μεγάλη στο σπορ. Ηταν ένας προπονητής που το γύρω γύρω από το πόλο το έκανε επαγγελματικό. Στο πώς ντυνόμασταν, στο πώς φερόμασταν, ενώ στο προπονητικό επίπεδο ήταν 20-30 χρόνια μπροστά από τους υπόλοιπους. Ο άνθρωπος είχε τελειοποιήσει την ατομική τεχνική, όταν κανείς άλλος δεν έδινε βάση σε αυτό και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό γιατί αυτό ήταν που έκανε την διαφορά και βγήκαν τεράστιοι παίκτες όπως ο Βλοντάκης, ο Χατζηθεοδώρου, ο Δεληγιάννης, ο Αφρουδάκης και πολλοί ακόμα φυσικά.»
Για το αν μπήκε ποτέ στον πειρασμό να παίξει μπάσκετ, είπε: «Έπαιζα μπάσκετ στο σχολείο, όπως όλη η Ελλάδα φυσικά εκείνη την εποχή. Πότε όμως δεν μπήκα σε αυτήν την διαδικασία γιατί ήξερα ότι αφενός δεν ήμουν ιδιαίτερα καλός και αφετέρου είχα μπροστά μου σαν κολυμβητής και το πόλο που μου άρεσε περισσότερο. Με είχε δει τότε μετά από μια προπόνηση που είχα κάνει ο Ανδρέας ο Γαρύφαλλος και εκεί που νόμιζα ότι θα μου πει να φύγω, μου είπε «εσύ από αύριο θα έρχεσαι κάθε βράδυ εδώ, που είναι ο μπαμπάς σου;» και από τότε ουσιαστικά μπήκα στον χώρο της υδατοσφαίρισης.»
Για το αν προλαβαίνει να πηγαίνει καθόλου στην γενέτειρα του (σ.σ Θεσσαλονίκη), είπε: «Πολύ σπάνια. Πήγα πριν λίγες μέρες να δω την μητέρα μου και τα αδέρφια μου αλλά πλέον πάω όλο και λιγότερο. Ήμουν πολλά χρόνια στο εξωτερικό, δεν είχα την δυνατότητα και όταν ήμουν εδώ περνούσα όσο περισσότερο χρόνο μπορούσα με την οικογένεια μου και τα παιδιά μου που τα είχα πεθυμήσει πολύ.»
Για την στιγμή που ανακηρύσσεται κορυφαίος προπονητής της χρονιάς, ανέφερε: «Ήμουν στο backstage και περίμενα να μπω και εκείνη την στιγμή ένιωσα κάποιον να με ακουμπάει στην πλάτη. Γυρίζω βλέπω τον Παναγιώτη Γιαννάκη και εκείνη την στιγμή όπως καταλαβαίνεις μου «κόβονται τα πόδια». Δεν τον είχα ξανασυναντήσει από κοντά και αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι πως ήξερε πράγματα που δεν μπορεί να στα πει κάποιος αν δεν διαβάζει και δεν ασχολείται. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα, ήξερε για το πιν εν ρολ, για τις αλλαγές που κάναμε στην τακτική και συν τις άλλοις είχε δει όλα τα παιχνίδια του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος. Εγώ μεγάλωσα με αυτόν τον άνθρωπο, πήγαινα μέχρι και στις προπονήσεις του, δεν το ξέρει βέβαια ο ίδιος αυτό, αλλά όταν έφτασε η στιγμή να με βραβεύσει μια τόσο μεγάλη προσωπικότητα του ελληνικού αθλητισμού, ήταν κάτι το μοναδικό.»

Για το τι άλλαξε στην Εθνική Ομάδα, απάντησε: «Κοίταξε, εγώ ανέλαβα την ομάδα πέρυσι τον Δεκέμβριο. Είχαν μεσολαβήσει οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Παρισιού και σε αυτή τη μεταβατική περίοδο γίνονται αλλαγές σε όλες τις ομάδες. Σε εμάς έφυγαν πέντε παίκτριες και ήρθαν καινούργια κορίτσια με πολύ ταλέντο που είχε έρθει η ώρα τους να μπουν στην ομάδα. Έτσι λοιπόν, δημιουργήσαμε ένα σύνολο που ήταν πολύ διψασμένο για επιτυχίες και σε συνδυασμό με κάποιες πολύ έμπειρες και ποιοτικές παίκτριες, όπως η Ξενάκη, η Ιωάννα Σταματοπούλου, η Ελευθερία Πλευρίτου και η Βάσω Πλευρίτου, φτιάξαμε μια πολύ καλή ομάδα. Ήταν κορίτσια που ήταν κάθε φορά στο «Τσακ» κάθε φορά για μια επιτυχία, όμως κάτι συνέβαινε και τους την στερούσε. Τώρα όμως τράβηξαν την ομάδα μπροστά, την βοήθησαν πολύ και σε συνδυασμό με το νέα φουρνιά δημιουργήσαμε μια ομάδα με τρομερή χημεία.»
Για το τι κρύβεται πίσω από τέτοιες επιτυχίες: «Σίγουρα υπάρχει πολλή σκληρή δουλειά από πίσω. Χρειάζεται προσπάθεια, αφοσίωση, να μην σε βλέπουν πολύ οι δικοί σου άνθρωποι και άλλα ακόμη. Εγώ είμαι άνθρωπος που όταν είναι η καλά η ομάδα «πετάω» από την χαρά μου αλλά όταν δεν είναι πηγαίνω στο σπίτι και με βλέπει η γυναίκα μου στεναχωρημένο. Πιστεύω ότι μας έδωσε μεγάλη ώθηση το χρυσό στην Κίνα γιατί εκεί πίστεψαν τα κορίτσια που μπορούμε να τα βάλουμε με τον οποιονδήποτε και δεν έχουμε να φοβηθούμε κανέναν. Δεν υπήρξε το «εγώ» στην ομάδα, όλες έβαλαν κάτω τον προσωπικό τους εγωισμό και αυτό νομίζω πως ήταν το κλειδί για να καταφέρουμε αυτά που καταφέραμε.»
Για το πώς καθιερώθηκε στην γυναικεία υδατοσφαίριση, δήλωσε: «Να πω την αλήθεια ο πρώτος λόγος ήταν η επαγγελματική μου αποκατάσταση. Μου έκαναν μια πρόταση με πολύ καλύτερα λεφτά από τότε ήμουν βοηθός του Μάκη Βολτυράκη στους άνδρες του Εθνικού. Έπειτα διέγνωσα μια ευκαιρία πως στις γυναίκες μπορείς να φτάσεις πιο ψηλά προπονητικά. Εγώ από τότε πίστευα ότι θα μπορούσα να βγω στο εξωτερικό και πίστευα πως αν είσαι καλός θα μπορούσες να φτάσεις κάπου ψηλά. Άλλωστε οι πολύ δυνατές ελληνικές ομάδες (Ολυμπιακός, Βουλιαγμενη) έπαιρναν ξένους προπονητές στους άνδρες οπότε δεν ήταν εύκολο να εμπιστευτούν κάποιον Έλληνα τότε. Είχα κατά καιρούς προτάσεις για να αναλάβω ανδρικές ομάδες, όμως είχα αρχίσει να «φτιάχνω» το όνομα μου και έτσι αποφάσισα να ασχοληθώ με την γυναικεία υδατοσφαίριση.

